Συγκροτήθηκε την 16 Αυγ 1960 στην Κύπρο, ταυτόχρονα με την ΕΛΔΥΚ, ως Διμοιρία ΔΒ υπαγόμενη στο Λόχο Διοικήσεως. Αργότερα ανασυγκροτήθηκε σε ανεξάρτητο Λόχο Διαβιβάσεων.
Τον Ιούλιο του 1974 έλαβε μέρος στις μάχες του Κιόνελι, της διαβάσεως Βασιλείας και του Στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ. Οι επιχειρήσεις του «Αττίλα Ι» και του «Αττίλα ΙΙ» αποτέλεσαν μια από τις πιο σκληρές δοκιμασίες για το ΓΕΕΦ, την ΕΛΔΥΚ και τις μονάδες της Εθνικής Φρουράς. Μέσα σε συνθήκες αεροπορικών προσβολών, πυρών πυροβολικού, συνεχών μετακινήσεων και γενικευμένης πίεσης, οι επικοινωνίες δοκιμάστηκαν όσο ποτέ άλλοτε.
Την εποχή εκείνη, τα κύρια μέσα επικοινωνιών βασίζονταν σε ασυρμάτους VHF, όπως οι AN/PRC-77 και τα συστήματα της οικογένειας VRC, σε ασυρμάτους HF για επικοινωνίες μεγαλύτερων αποστάσεων και σε εκτεταμένα ενσύρματα δίκτυα. Το ορεινό ανάγλυφο της Κύπρου, ιδιαίτερα στην περιοχή του Πενταδακτύλου, δυσχέραινε σημαντικά τις επικοινωνίες VHF, επιβάλλοντας όπου ήταν δυνατό τη χρήση αναμεταδοτών ή εναλλακτικών οδεύσεων.
Η διατήρηση αξιόπιστων επικοινωνιών μεταξύ των Κέντρων Διοίκησης αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολη. Οι βομβαρδισμοί, οι καταστροφές ενσύρματων κυκλωμάτων και οι συνεχείς μετακινήσεις των μονάδων επηρέαζαν διαρκώς τη συνοχή των δικτύων. Η επικοινωνία μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας στηριζόταν κυρίως στις διαθέσιμες στρατιωτικές ζεύξεις, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις αξιοποιήθηκαν και πολιτικά τηλεπικοινωνιακά κυκλώματα όταν οι επιχειρησιακές συνθήκες το επέβαλαν. Παράλληλα, οι HF ζεύξεις δεν παρείχαν πάντοτε τον επιθυμητό βαθμό προστασίας έναντι υποκλοπών ή παρεμβολών, γεγονός που δυσχέραινε την έγκαιρη και ασφαλή διαβίβαση κρίσιμων διαταγών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναδείχθηκε η αυταπάρνηση των Διαβιβαστών της ΕΛΔΥΚ. Κατά τις μάχες της 14ης έως 16ης Αυγούστου 1974, κατέβαλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να διατηρήσουν τις επικοινωνίες με το ΓΕΕΦ, παρά τους συνεχείς βομβαρδισμούς πυροβολικού και αεροπορίας. Όταν τα μέσα επικοινωνιών καταστρέφονταν ή καθίσταντο ανενεργά, η μεταφορά κρίσιμων πληροφοριών γινόταν ακόμη και με αγγελιοφόρους, πολλές φορές με βαρύ ανθρώπινο κόστος. Η συμβολή τους δεν ήταν απλώς τεχνική· ήταν επιχειρησιακή και, σε πολλές περιπτώσεις, καθοριστική για τη συνέχιση της αντίστασης.
Ήταν η τρίτη ημέρα της τουρκικής επιχείρησης ΑΤΤΙΛΑΣ-2 στη Κύπρο, όταν στη περιοχή του στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ, κατά τη μάχη στο Υψωμα Β’, έχουμε τέσσερις (4) νεκρούς και πέντε (5) αγνοούμενους στρατιώτες από την Διμοιρία Διαβιβάσεων της ΕΛΔΥΚ. Τα δύο Τάγματα Πεζικού της ΕΛΔΥΚ είχαν ήδη συμπτυχθεί νοτιότερα κι έτσι η Διμοιρία ΔΒ, δυνάμεως 54 ανδρών, ανταποκρινόμενοι στο καθήκον, μαζί με τις άλλες μικρομονάδες του Λόχου Διοικήσεως της ΕΛΔΥΚ, πολέμησε ως Πεζικό και αντιμετώπισε τις επιθέσεις υπέρτερης δύναμης της ΤΟΥΡΔΥΚ με υποστήριξη Ουλαμού αρμάτων. Οι συνολικές ελληνικές απώλειες αυτής της συγκεκριμένης μάχης ήταν 105 άνδρες.
Οι επιχειρήσεις στην Κύπρο ανέδειξαν επίσης τη σημασία του Ηλεκτρονικού Πολέμου. Υπάρχουν μαρτυρίες και μεταγενέστερες στρατιωτικές αναλύσεις που υποδηλώνουν αξιοποίηση δυνατοτήτων ηλεκτρονικής υποστήριξης και παρεμβολών από την τουρκική πλευρά, επηρεάζοντας κατά περίπτωση τα ελληνικά δίκτυα επικοινωνιών. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα συστημάτων ασφαλούς φωνής και σύγχρονων μέσων κρυπτογράφησης στα τακτικά δίκτυα αύξανε τον κίνδυνο εκμετάλλευσης των επικοινωνιών. Από ελληνικής πλευράς, οι οργανωμένες δυνατότητες Ηλεκτρονικού Πολέμου ήταν περιορισμένες σε σχέση με τις επιχειρησιακές απαιτήσεις της εποχής. Η αντιμετώπιση των προβλημάτων βασίστηκε κυρίως στην εμπειρία, την εκπαίδευση και την ευρηματικότητα των στελεχών των Διαβιβάσεων, με αλλαγές συχνοτήτων, χρήση εναλλακτικών δικτύων και αυτοσχέδιες λύσεις στο πεδίο.
Το σημαντικότερο όμως δίδαγμα του 1974 υπερβαίνει τις τεχνικές λεπτομέρειες. Η εμπειρία εκείνης της περιόδου κατέδειξε με δραματικό τρόπο ότι η αποτελεσματική διοίκηση και ο έλεγχος των επιχειρήσεων εξαρτώνται άμεσα από την ύπαρξη αξιόπιστων, ασφαλών και ανθεκτικών επικοινωνιών. Χωρίς επικοινωνίες δεν υπάρχει συντονισμός, δεν υπάρχει έγκαιρη λήψη αποφάσεων, δεν υπάρχει αποτελεσματική άσκηση διοίκησης.
Τα διδάγματα της Κύπρου επηρέασαν καθοριστικά την εξέλιξη των Ελληνικών Διαβιβάσεων τις επόμενες δεκαετίες. Η σταδιακή εισαγωγή σύγχρονων συστημάτων επικοινωνιών, προηγμένων μέσων κρυπτογράφησης, η ανάπτυξη δυνατοτήτων Ηλεκτρονικού Πολέμου και η ενίσχυση της διακλαδικότητας δεν αποτελούν απλώς τεχνολογική πρόοδο· αποτελούν απάντηση σε εμπειρίες που αποκτήθηκαν με βαρύ τίμημα.